Υπήρξε ο Μπιν Λάντεν;

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΓΕΝΙΟ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Αναμφίβολα, η φύση της ψυχικής εξάρτησης του υποκειμένου από τις κατηγορίες της όρασης έχει αλλοιωθεί πλήρως, η δε αλλοίωση συνοδεύτηκε από τη διολίσθηση του ορατού σε μια κατάσταση κενής πρόσοψης. Εδώ, το πρωτεύον δεν είναι πλέον η αναφορά στο σύστημα διαφορών, δηλαδή στη σημασία, αλλά η ροή των εικόνων, από της οποίας τη σταθερή επιτάχυνση τροφοδοτείται η αυταπάτη διασύνδεσης πομπού και δέκτη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η απόφανση ότι «ο πόλεμος δεν έγινε» πάει να πει πως, ό,τι κι αν συνέβη εκεί, πάντως αυτό που εμείς παρακολουθήσαμε, μετέχοντας στο συγκεκριμένο είδος πολιτισμού της εικόνας και όντας εκπαιδευμένοι σε μια φαντασιακή κατανάλωση (και όχι πια συμβολική ανάγνωση) του αντικειμένου-είδηση, δεν ήταν εντέλει ένας πόλεμος, αλλά μια αναπαράσταση (όχι παράσταση, όχι δράμα).

Αναλυτές, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, οι πάντες μας βεβαιώνουν για το αντίθετο, ότι επρόκειτο όντως για ένα δράμα, όμως αν το είχαμε ζήσει ως τέτοιο, δεν θα χρειαζόταν αυτή η υπεραναπλήρωση, αυτός ο κούφιος λόγος. Δείτε πόσο γρήγορα, πόσο ανώδυνα ο αναβρασμός γύρω από το αινιγματικό πρόσωπο του Μπιν Λάντεν και την ισλαμική τρομοκρατία έγινε, στα δελτία ειδήσεων, τέταρτο, δέκατο τέταρτο, εικοστό τέταρτο θέμα, ώσπου χάθηκε κάπου ανάμεσα στους lifestyle αντιπερισπασμούς άλλων όψεων της επικαιρότητας εξίσου νόμιμων. Απωθείται, τώρα, σαν ένα κακό όνειρο. Υπήρξε, άραγε, ο Μπιν Λάντεν; Υπήρξε, ναι, όμως ο τόπος αυτής της ύπαρξης δεν είναι ακριβώς η Ιστορία, είναι το τηλεοπτικό σύμπαν, το πεδίο της εξαφάνισης του νοήματος.

Και ούτω καθεξής. Ο Κόλπος, το Αφγανιστάν, καθένα απ’ αυτά τα μέρη, και παρ’ όλο που οι άνθρωποι εκεί υπέφεραν όσο αληθινά είναι δυνατόν να υποφέρει κανείς, δεν μπορεί πια να αποτελέσει ένα θέατρο του πολέμου, αλλά μόνον ένα στούντιο του πολέμου. Αξίζει να επαναλάβω ότι η δικαιοδοσία του CNN στο να ρυθμίζει την κυκλοφορία των εικόνων σε συμφωνία με κάποια συνισταμένη πολιτικά ωφέλιμης σκηνοθεσίας δεν αντιστοιχεί, ως κακό πλεονέκτημα, παρά μόνον σε μιαν επίπτωση, αμελητέα, μάλιστα, μπροστά την πρόσφατη ανακοίνωση του Μπιλ Κλίντον, διά της οποίας ο τελευταίος υποσχόταν να αναλάβει την παρουσίαση ενός ψυχαγωγικού τηλεοπτικού προγράμματος: σκεφτόμαστε συχνά πως τέτοιες εκδηλώσεις καρικατούρας (ο Γκορμπατσόφ διαφημίζοντας την πίτσα) υποβαθμίζουν τον πολιτικό θεσμό, ενώ συμβαίνει το ανάποδο: συνιστούν επακόλουθα μιας προηγηθείσης οριακής άμβλυνσης, εξαιτίας της οποίας δημοκρατία και θέαμα συναιρούνται. Η διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα σε θέατρο και στούντιο δεν περιορίζεται στην κλίμακα της απόχρωσης, αλλά είναι ριζικά αποφασιστική, είναι, ας πούμε, ανάλογη εκείνης ανάμεσα στη Μίμηση (με την αριστοτελική έννοια) και την απομίμηση, ανάμεσα στην Παράσταση και την αναπαράσταση.

Το παραπάνω σκεπτικό δεν παραβιάζει, ασφαλώς, τα όρια ενός κάπως δειλού τρόπου να τεθεί το πρόβλημα στην ουσία της υποκειμενικότητας· δεν σημαίνει πως οι θεωρητικοί που θεμελιώνουν τη σκέψη τους στην αναγνώριση της προσομοίωσης, όπως ο Μποντριγιάρ ή ο Περνιόλα, θίγουν το ζήτημα της αλλοτριωμένης ζωής ηθικά ή συντάσσονται με οποιαδήποτε μορφή πολιτικής ανατροπής του καθεστώτος που την παράγει. Αν αναφέρομαι, εδώ, στην επίγνωση αυτού που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ατέρμονη διαρροή της έντασης, η οποία σημάδευε κάποτε τη σχέση ματιού και κόσμου, είναι για να θυμίσω πως η διαπίστωση της πλαστότητας συνιστά προϋπόθεση της κατανόησης «παραδόξων», όπως το «ο πόλεμος δεν συνέβη».1

Επικοινωνιακό όπλο

Ο Μακλιούαν συνήθιζε να λέει πως ο μεταμοντερνισμός εγκαινιάζεται με τη ρίψη της βόμβας στη Χιροσίμα, στις 6 Αυγούστου 1945. Οταν διατείνεται πως το συγκεκριμένο υπερ-όπλο δεν ήταν πολεμικό, αλλά, για πρώτη φορά, επικοινωνιακό, όταν υποστηρίζει ότι το επιθυμητό αποτέλεσμα δεν ήταν το πλήγμα αυτό καθεαυτό, αλλά το να πληροφορηθούν οι πάντες ότι το πλήγμα επήλθε, δεν μου φαίνεται σωστό να εντοπίσουμε εδώ, απλώς, ένα σχήμα λόγου. Προφανώς ο Μακλιούαν δεν αγνοούσε ούτε τον αριθμό των θυμάτων ούτε τις ενοχές του θύτη. Εκείνο που θέλει, ασφαλώς, να επισημάνει είναι πως, μετά την έκρηξη εκείνη, οι συναρτήσεις ανάμεσα στην πραγματικότητα και την εμπειρία της δεν θα είναι πλέον οι ίδιες. Το φαίνεσθαι παίρνει επίσημα τα πρωτεία από την πραγματική συνειδησιακή απήχηση του ιστορικού γίγνεσθαι, ως εντολοδόχος μιας άμεσης οπτικής, που κατέληξε κυρίαρχη πάνω στις παλιές ευαίσθητες εκβλαστήσεις της ερμηνείας, πολτοποιώντας τες με τη σφύρα ενός αναντίρρητου, ενός μοιραίου θεάματος. Οτι ο τρόπος της σταδιακής, νοήμονος, συγκινησιακής επεξεργασίας του γεγονότος από το συλλογικό υποκείμενο λογοδοτούσε κάποτε σ’ ένα τραγικό μέτρο, σ’ ένα αίτημα πένθους, σ’ ένα ορισμένο «δέος της αλήθειας των πραγμάτων», το έχουμε ξεχάσει. Ολα συμβαίνουν εντός χρόνου dt και τα πληροφορούνται, ακαριαία, οι πάντες.

Κοντολογίς, κάθε ανταλλαγή σκέψεων επί του ζητήματος (όπως και σε ό,τι αφορά το «θάνατο του Συγγραφέα) είναι αδιανόητη εάν οι συνομιλητές δεν έχουν προηγουμένως συναποδεχτεί ότι η πρόσληψη των συμβάντων, ως λειτουργία που αντανακλάται σ’ αυτά τα ίδια, βρίσκεται ήδη αιχμάλωτη ενός φαντασιακού ερμητικά κλειστού απέναντι στο βαθύτερο θρόισμα των εκάστοτε «περιεχομένων», δηλαδή απέναντι στη ζωτική για την ανθρώπινη φύση αναπνοή της συμβολικής ανάγνωσης. Το σύμπαν, όπου «οι πόλεμοι δεν συμβαίνουν» πια, είναι αυτό που γίνεται αποδεκτό ως μια παραληρηματική αλληλουχία εικόνων,2 στης οποίας την αέναη εκκρεμότητα δεσπόζουσα θέση κινητήρα έχει η κατανομή, η εκδίπλωση, η μετωνυμία, και όχι η μεταφορά, όχι το νόημα που διακινείται -οπότε αυτό, βαθμηδόν, φτάνει να διακινείται μόνον υποθετικά.3 Δεν σημαίνει ότι οι βόμβες δεν είναι πραγματικές ή οι νεκροί όντως πεθαμένοι. Σημαίνει ότι τα γεγονότα του πολέμου, καταγεγραμμένα σ’ ένα προ πολλού αναξιόπιστο φαίνεσθαι, ορίζονται αυτόματα από τη συνείδηση, που τα υποδέχεται ως αληθοφανή μάλλον, παρά αληθινά. Κάτι τέτοιο την ανακουφίζει ιδιαίτερα από το άχθος της ενατένισης του θανάτου.

Μπορούμε τώρα, για λίγο, να γυρίσουμε στην αρχική παρατήρηση, λέγοντας πως η αφοσίωση στην ιδέα μιας προσπέλασης του ζητήματος σε αμιγώς πανεπιστημιακό κύκλο, μεταξύ των VIP’s της ευρωπαϊκής και αμερικανικής εξειδικευμένης σκέψης, ακριβώς στο βαθμό που αφήνει άθικτη την πείρα της ζωντανής υποκειμενικότητας, της οποίας τα υπό λογοκρισία συμπεράσματα παραμένουν εντούτοις κραυγαλέα, αποτελεί μιαν ακόμη από τις μεταμοντέρνες φαντασιώσεις που παρηγορούν το έλλειμμα συνειδητής συμμετοχής του ανθρώπου στα συμβάντα υπό την αιγίδα μιας επαρκούς ψυχικής κατανόησης. Το να πιστεύουμε ότι τα γεγονότα συνέβησαν ή όχι αναλόγως των πορισμάτων στα οποία καταλήγουν οι Arthur Marwick και Ludmilla Jordanova, όπως κάνει μια μερίδα των παρατηρητών, σημαίνει όχι απλώς πως η παρατήρηση πάσχει, έχοντας καθηλωθεί στις ακαδημαϊκές λογομαχίες σαν αυτές να συνόψιζαν την πραγματικότητα, αλλά ότι παρουσιάζεται αποξενωμένη από το φυσικό λίκνο της βιωματικής πρόσληψης εκείνου που την περιβάλλει ασφυκτικά και που, αναφανδόν, τη διαψεύδει.

Παρατηρώντας ο ένας τον άλλον…

Κάποτε, οι πανεπιστημιακοί παρατηρούσαν τον κόσμο· τέτοιος ήταν ο ρόλος της επιστήμης στην έρευνα για τον αληθή χαρακτήρα των πραγμάτων. Σήμερα, οι πανεπιστημιακοί παρατηρούν ο ένας τον άλλο, ακροάζοντας τις μεταξύ τους εσωτερικές περιπέτειες της κατανόησης σαν αυτές να αποτελούσαν το ίδιο το αντικείμενο· τρόπον τινά, «το αντικείμενο δεν υπάρχει», περίπου κατά το «ο πόλεμος δεν συνέβη».4 Αντιλαμβάνονται την ιστορία όχι ως αυτό στο οποίο (θα έπρεπε να) μετέχει εμπράκτως η συνείδησή τους, αλλά σαν πεδίο αντιπαλότητας ανάμεσα σε φημισμένες και λιγότερο φημισμένες έδρες, το ατέρμον έπος των οποίων ξετυλίγεται ακολουθώντας τον ιμάντα μιας ιεροποιημένης βιβλιογραφίας. Αυτό κάνοντας, οι πανεπιστημιακοί, παγκοσμίως, παίζουν στην ουσία το παιχνίδι της τηλεόρασης (και του τηλεοπτικοποιημένου τύπου), που ευδοκιμεί ακριβώς στην αιχμή της παροξυσμικής ταξινόμησης ειδικεύσεων, διατυμπανίζοντας έτσι ότι, ειδικά για να είσαι μοντέρνος, πρέπει να σου διαφεύγει το γενικό. Ομως το γενικό, έτσι διωγμένο από την εμπειρία της σκέψης, επιστρέφει ως κάτι το διάχυτο και εκδικείται, βυθίζοντας τον κόσμο στην ανία και την κατάθλιψη.

1. Συγκεκριμένα, το σύστημα της ανάλυσης του Μποντριγιάρ (σαγήνη, ειρωνεία, κατάλυση της πολιτικότητας, τέλος της συμβολικής ανταλλαγής, μεταστατικά φαινόμενα, ιική φύση των φαινομένων κ.τ.λ.) είναι διαφορετικό ζήτημα, που δεν το θίγω στην παρούσα αρθρογραφία. Το έχω κάνει, άλλωστε, κατ’ επανάληψη, στο παρελθόν.

2. Ο Μποντριγιάρ χρησιμοποιεί τον όρο «έκσταση», «εκστατικός» κ.λπ. Το υποκείμενο «μαγεύεται» ακριβώς από τη σβέση του νοήματος, από την απόλυτη κοινοτοπία, από την ειρωνική εκείνη κενότητα στην οποία τείνει η προσομοίωση. (Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά πρόθεσης ανάμεσα στη ζωγραφική του Γουόρχολ και σε τηλεοπτικά προγράμματα τύπου Big Brother.)

3. Το πώς η δυτική κοινωνία έφτασε ώς εδώ αποτελεί, βέβαια, ένα ζήτημα εξαιρετικά σύνθετο για να το θίξει κάποιος συνοπτικά.

4. Κάτι τέτοιο διαφαίνεται επίσης, σε θεολογικό-φιλοσοφικό επίπεδο, π.χ. στη «συζήτηση» Ράμφου, Γιανναρά, π. Ν. Λουδοβίκου κ.λπ., στην οποία θα επανέλθω.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 30/03/2002(πηγή)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s