Απόγευμα.

Έσυρε τα πόδια μέσα στις ξεφτισμένες του παντόφλες, και πήγε από το κρεββάτι στο σαλόνι. Άναψε ένα τσιγάρο και έβαλε να ψήσει καφέ.
Έβλεπε το νερό να κοχλάζει, και ούτε κατάλαβε πόση ώρα πέρασε. Έριξε αφηρημένα τον καφέ και τη ζάχαρη, και περίμενε να φουσκώσει.
Έριξε τον καφέ στην αγαπημένη του κούπα και είπε να ανοίξει το παντζούρι, να δει τι γίνεται έξω.

Το αχνό φως του δειλινού φώτισε για λίγα λεπτά το δωμάτιο και μετά ο ήλιος χάθηκε πίσω από το βουνό.
«– Άλλη μια νύχτα έρχεται» σκέφτηκε και χαμογέλασε πικρά στη φευγαλέα σκέψη πως ίσως απόψε να ήταν διαφορετικά.
Ήπιε μια τζούρα από τον καφέ, βλαστήμισε που κάηκε πάλι, και άναψε ένα τσιγάρο. Έκατσε στην καρέκλα και σκέφτηκε να σηκώσει το τηλέφωνο, να δει τι κάνουν τα παιδιά.
Τα «παιδιά» ήταν κάποιοι γνωστοί, στην πραγματικότητα δε τους θεωρούσε φίλους, αλλά με αυτούς είχε ξεμείνει.
Έκλεισε το ακουστικό, βαριόταν να ακούει πάλι τα ίδια, για την ανεργία τους, για την αφραγκία τους, για τις γκόμενες που δεν τους κάθονται και για τις άλλες που τις βαρέθηκαν.
Έφτυσε στον κουβά με τα σκουπίδια «-πρέπει να τα βγάλω σκέφτηκε» και πήγε στον καναπέ.

Το ταβάνι. Πόσες ώρες, πόσες σκέψεις, πόσες κουβέντες. Πάντα σε αυτό, πάντα δειλός. Να μη μίλησει, να μη διεκδικήσει, να μην ονειρευτεί. Μόνο να περιμένει να «φτιαξουν τα  πράγματα».
Κάπως έτσι πάτησε τα τριάντα, στο περίμενε, και τι κατάλαβε; Τα πάντα καταρρεύσανε.
Αντί να τα κάψει με τη φωτιά του, με την ορμή της νιότης του, τα άφησε να σαπίσουν και να πεθάνουν από μόνα τους.
Αυτό που δεν υπολόγισε ήταν πως η σήψη αυτή θα τον κατέτρωγε και αυτόν.
Αλλά τι μπορούσε να κάνει έτσι όπως του ήρθαν τα πράγματα;
Μόνο να περιμένει· μέχρι να περάσει και αυτό το απόγευμα.

Advertisements

6 σκέψεις σχετικά με το “Απόγευμα.

  1. Ν’ απαντήσω μ’ ένα ποίημα σ’ ένα ποίημα; Δική μου ψωρομετάφραση σε μια στροφή ωραία στο περίπου της. Κι αυτό καθώς κοιτάζουμε το ταβάνι:

    «Ω, άνεμε! Μες απ’ τα χείλη γίνε τα δικά μου το σάλπισμα μιας προφητείας:
    Σαν ήλθε ο Χειμώνας, πόσο πια να βραδυπορήσει η Άνοιξη;»

    Η Άνοιξη αυτή δεν ήρθε ακόμη (δικό μου αυτό…)

    1. Αν δεν ήρθε ακόμα, καλά είμαστε. Φοβάμαι μήπως έρθει και δε τη ζήσουμε όπως το περιγράφει ο Β. Παπακωνσταντίνου στη «Βικτώρια»:

      «Αυτή η άνοιξη καθόλου δε μ’ αγγίζει»
      μου λεγες πέρσι τέτοιο βράδυ σκεφτική
      ύστερα άρχισε η ματιά σου να ραγίζει
      και σαν τρελός σε κυνηγούσα στη βροχή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s