Απομεσήμερο στη γειτονιά.

Κλαίγανε οι κυράδες στα μπαλκόνια
και το κακό ξορκίζαν που τους βρήκε,
ποτίζοντας γλάστρες με ημιθανείς βασιλικούς
και τρώγωντας γλυκό του κουταλιού.

Σπάραζε η καρδιά του νοικοκύρη
αλλά που ζωή και χρόνος;
Όλη τη μέρα στο σιδεράδικο κλεισμένος,
να φτιάχνει αλυσίδες νέες, πιο γερές.

Και τα παιδιά; Τι κάναν τα παιδιά;
Γελούσαν τα παιδιά, σαν τρελά από χαρά
για τη ζωή που τα περίμενε, και τους αγώνες
που ‘χανε μπροστά τους.

Φώναζε η κυρά τον κανακάρη
«Μαζέψου εσύ, και μη γελάς,
αυτά δεν είναι πράγματα σωστά»
και από νωρίς τον μάντρωνε στο σπίτι.

Αλλά πως να μαντρώσεις το παιδί;
Το γέλιο πως να φυλακίσεις;
Κάθε που νύχτωνε, το ‘σκαγε κρυφά,
πήγαινε και έβρισκε τα άλλα παιδιά
και κάπως έτσι, λίγο, ζούσε  κι αυτός.

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Απομεσήμερο στη γειτονιά.

  1. Μέχρι που έφτασε το ΔΝΤ
    κι ο νοικοκύρης μόνο απέμεινε, να φτιάχνει αλυσίδες…
    Αλυσίδες για τα παιδιά, για τη ζωή που τα περίμενε
    και τους αγώνες που χανε μπροστά τους…

    Αλυσίδες, για να μην το σκάνε στα κρυφά,
    αλυσίδες για να πάψουνε να ζούνε,
    αλυσίδες για να μην σκέφτονται,
    να μην ονειρεύονται, να μην αναπνέουν…

    Ολόκληρες ζωές, μέσα σε κρίκους
    και μεις από άνθρωποι, γίναμε άξαφνα αρκούδες.
    Δεν είναι ψέμα φίλε μου…
    Ξαναζούμε μαύρες στιγμές που ζήσαν οι παππούδες…

    ΚΑΛΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ…!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s