Στο χαρτί.

Κάτσαμε και γράψαμε λέξεις πολλές,
εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις, σε σελίδες χαρτί,
σε χαρτοπετσέτες ακόμα και σε εισιτήρια λεωφορείων.
Γράφαμε και γράφαμε ασταμάτητα, κάθε μέρα, κάθε νύχτα
μιλούσαμε για ζωή και διαφωνούσαμε για το πως θα έπρεπε να είναι αυτή,
διψούσαμε για δικαιοσύνη και για ελπίδα, έτσι λέγαμε·
ίσως έτσι και να νομίζαμε.
Μα η ζωή όπως πάντα συνέχιζε την πορεία της,
μακρυά από τις ιδέες και ακόμα μακρύτερα από τις κόλλες χαρτί.
Και φτάσαμε θαρρείς να ξεχάσουμε πως φεύγει ο χρόνος,
βυθισμένοι στις ιδέες και στις λέξεις μας.
Αφήσαμε τη ζωή να χαθεί μέσα από τα χέρια μας,
και ένα λουλούδι ακόμα δε μυρίσαμε,
και ας μπήκε η άνοιξη τόσες φορές.
Χαμένοι στο χαρτί για πάντα,
γίναμε και μεις λέξεις ανυπόφορες.

Advertisements

Και καταλήγεις πάλι στη σιωπή.

Σαν γελοίοι παλιάτσοι περιμένουμε το θαύμα που θα μας μετατρέψει και πάλι σε καλοαναθρεμμένους αριστοκράτες με κόμπλεξ ανωτερότητας.
Και αν μάθαμε κάτι από αυτή την κρίση, είναι πως να γκρινιάζουμε με επιχειρήματα.  Μπορεί να είμαστε τρομοκρατημένοι, μπορεί να νιώθουμε μόνοι, αβοήθητοι, μπορεί να βιώνουμε την αδικία, αλλά τουλάχιστον μάθαμε να το τεκμηριώνουμε.
Μη μας πουν και «αχάριστους», γιατί ξέρεις: «Υπάρχουν και χειρότερα» & «μη μιλάς, δε βλέπεις; Άλλος κόσμος δεν έχει δουλειά/χρήματα […]«
Και αντί να διεκδικούμε τη ζωή που μας κλέβουν, αρκούμαστε στα λίγα που μας επιτρέπουν να έχουμε.
Και αντί να δημιουργήσουμε, το συζητάμε στις παρέες και στα social media.

Και έτσι η οργή ξεθυμαίνει και γίνεται παράπονο.

Και σου λένε μη γκρινιάζεις ρε, δε βλέπεις τι γίνεται;
Και καταλήγεις πάλι στη σιωπή.

Απόγευμα.

Έσυρε τα πόδια μέσα στις ξεφτισμένες του παντόφλες, και πήγε από το κρεββάτι στο σαλόνι. Άναψε ένα τσιγάρο και έβαλε να ψήσει καφέ.
Έβλεπε το νερό να κοχλάζει, και ούτε κατάλαβε πόση ώρα πέρασε. Έριξε αφηρημένα τον καφέ και τη ζάχαρη, και περίμενε να φουσκώσει.
Έριξε τον καφέ στην αγαπημένη του κούπα και είπε να ανοίξει το παντζούρι, να δει τι γίνεται έξω.

Το αχνό φως του δειλινού φώτισε για λίγα λεπτά το δωμάτιο και μετά ο ήλιος χάθηκε πίσω από το βουνό.
«– Άλλη μια νύχτα έρχεται» σκέφτηκε και χαμογέλασε πικρά στη φευγαλέα σκέψη πως ίσως απόψε να ήταν διαφορετικά.
Ήπιε μια τζούρα από τον καφέ, βλαστήμισε που κάηκε πάλι, και άναψε ένα τσιγάρο. Έκατσε στην καρέκλα και σκέφτηκε να σηκώσει το τηλέφωνο, να δει τι κάνουν τα παιδιά.
Τα «παιδιά» ήταν κάποιοι γνωστοί, στην πραγματικότητα δε τους θεωρούσε φίλους, αλλά με αυτούς είχε ξεμείνει.
Έκλεισε το ακουστικό, βαριόταν να ακούει πάλι τα ίδια, για την ανεργία τους, για την αφραγκία τους, για τις γκόμενες που δεν τους κάθονται και για τις άλλες που τις βαρέθηκαν.
Έφτυσε στον κουβά με τα σκουπίδια «-πρέπει να τα βγάλω σκέφτηκε» και πήγε στον καναπέ.

Το ταβάνι. Πόσες ώρες, πόσες σκέψεις, πόσες κουβέντες. Πάντα σε αυτό, πάντα δειλός. Να μη μίλησει, να μη διεκδικήσει, να μην ονειρευτεί. Μόνο να περιμένει να «φτιαξουν τα  πράγματα».
Κάπως έτσι πάτησε τα τριάντα, στο περίμενε, και τι κατάλαβε; Τα πάντα καταρρεύσανε.
Αντί να τα κάψει με τη φωτιά του, με την ορμή της νιότης του, τα άφησε να σαπίσουν και να πεθάνουν από μόνα τους.
Αυτό που δεν υπολόγισε ήταν πως η σήψη αυτή θα τον κατέτρωγε και αυτόν.
Αλλά τι μπορούσε να κάνει έτσι όπως του ήρθαν τα πράγματα;
Μόνο να περιμένει· μέχρι να περάσει και αυτό το απόγευμα.

Χαμόγελο ρεφενέ.

Μας έφεραν προχθές στο σπίτι ένα δώρο. Είχαν έρθει κάτι φίλοι, έτσι για να πιούμε λίγο κρασί και να μοιράστούμε λίγο ζωή. Ήρθαν με τις μηχανές τους, και γέμισε το σαλόνι με χιλιόμετρα, με κάπνα και λάδια. Βρόντηξε ο τόπος από τα γέλια, σχεδόν έκοβες την επαφή με το μαχαίρι. Μάλλον νιώσαμε για λίγο άνθρωποι, αυτό θα φταίει.

Καθώς ερχόντουσαν, φέρναν κομμάτι κομμάτι ένα χαμόγελο. Αλλός λίγο χείλια, άλλος τα δόντια, μια κοπελιά δυο ρυτίδες, που τις είχε και την άγχωναν κι όλας.
Όλοι έφεραν και από λίγο, χαμόγελο ρεφενέ γιατί αλλιώς δε βγαίνει. Είναι και οι εποχές δύσκολες, καταλαβαίνεις πως πάει, μη τα ξαναλέω.

Το έφεραν λοιπόν και όσο είμασταν εκεί, μαζί, αυτό  σα να μεγάλωνε. Αντί να ελαττώνεται όσο το χρησιμοποιούσαμε, αυτό μεγάλωνε, ώσπου στο τέλος έγινε τεράστιο και κάλυψε το σαλόνι και τα πάντα μέχρι που δεν έμεινε χώρος για τίποτα άλλο, και όλα έγιναν χαμόγελο.

Ύστερα ήρθε το βράδυ, οι φίλοι καβάλησαν τις μηχανές και έφυγαν, τα πιάτα πλύθηκαν και όλα επέστρεψαν στη θέση τους.
Μόνο όταν τελείωσαν πια αυτές οι δουλειές και γυρίσαμε το κεφάλι προς τα εκεί, είδαμε πως και το χαμόγελο είχε πεθάνει πια και στη θέση του φύτρωνε μια τηλεόραση.

Περίεργες μέρες, περίεργες νύχτες.

Περίεργες μέρες, περίεργες νύχτες·
η ψυχή στο μαξιλάρι να αγκομαχά,
και μια κραυγή να πνίγεις, καθημερινή·

να σου φταίνε τα λεφτά, η γκόμενα, οι φίλοι,
μα πιο πολύ να φταις εσύ κι ας μη το λες.

Να τρώγεται η ψυχή σου, να λυθεί,
να φύγει μακρυά να ταξιδέψει,
και εσύ εκεί, να την κρατάς
από φόβο μη τη χάσεις,
μην αγριέψει.

Μα δε το μάθες ποτέ σου;
Την ψυχή δεν την κρατάς,
κι αν λεύτερη θέλει να ζήσει,
τρόπο θα βρει
στο δρόμο το δικό της να σε βγάλει.

Πολέμα το όσο οι φόβοι σου αντέχουν,
το ξέρεις όμως μέσα σου,
πως ψάχνεις μόνο άλλοθι.

Τι το ρωτάς λοιπόν
γιατί, γιατί, γιατί;
λύσε του κάβους και αμόλα τους
κι όπου σε πάει η ψυχή.

Μόλις περάσει ο χειμώνας του.

Όχι, εντάξει, με διαβεβαίωσαν·
δεν πρέπει, λέει, να φοβάμαι.
Μου είπαν πως όλα θα πάνε καλά,
και να μη σκάω.
Έτσι μου είπαν και αλήθεια,
το πάλεψα.
Όμως τελειώνουν κάποτε οι αντοχές,
και το τίποτα σε κατακλύζει·
το τίποτα που σε έπεισαν
πως λέγεται “ζωή”.
Μα ξέρεις, από κάτω υπάρχει σπόρος
και μόλις περάσει ο χειμώνας του
θα ανθίσει·
και θα τα πνίξει τα τίποτά τους,
θα το δεις.

Γι’ αυτό να μη φοβάμαι.

Και λοιπόν;

Και λοιπόν;
Τι τάχα θα χάσουμε,
πέρα από μια ζωή
που δε μας αφήνουν να ζήσουμε;
Τι άλλο πέρα από μια θλίψη
που δεν είναι καν δική μας;

«Κάτσε ήσυχα» σου λένε,
μην προκαλείς, και ρωτάω εγώ:
Γιατί;
«Έτσι είναι το σωστό,
και η τάξη αυτού του κόσμου,
γι’ αυτό σώπαινε και μη μιλάς.»

Και το λίγο αυτό, πολύ σου είναι,
δες πόσοι γύρω σου έχουν ακόμα λιγότερα.
Γι αυτό σου λένε, υπομονή,
και μη λες πολλά,
μόνο υπομονή και σιωπή.

Ποιός είσαι εσύ
την τάξη αυτού του κόσμου να αμφισβητήσεις;
Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα
να ονειρευτείς;
Άλλαξαν οι εποχές και να το ξέρεις:

«Τα όνειρα πέθαναν, μην τα ζητάς ξανά.»

Τα όνειρα πέθαναν.

Έτσι σου λένε, αλλά εγώ σου λέω σήκω.
Πάρε το σακί με τους φόβους σου,
βάλ’τους φωτιά και ζήσε.
Ζήσε και αμφισβήτησε.

Μόνο δρόμο.

Είναι η πραγματικότητα που μας πάει κόντρα,
και αναβάλαμε τα όνειρα επ’ άπειρον,
γι’αυτό μονάχοι περπατάμε, μέχρι να μας έρθουν πάλι βολικά.

Και αν δεν συμβεί ποτέ,
κι αν δε το παλέψουμε ποτέ,
το δρόμο τότε θα τον έχουμε διανύσει δίχως λόγο.

Κι αν έρθουν βολικά,
δίχως προσπάθεια και πόνο
θα με ρωτήσεις: ποιό το νόημα;

Και σιωπηλός θα συνεχίσω το δρόμο μου,
γιατί απάντηση και εγώ δε βρήκα μέσα μου.
Μόνο δρόμο.

Με μια τρύπα στο στήθος.

Είμαστε και εμείς που με μια τρύπα στο στήθος
προσπαθούμε να ανασάνουμε.
Απλά εκεί που ήταν η καρδιά
τώρα χάσκει μια πληγή και όσο να πεις πονάει.

Φευγαλέα χαμόγελα καθησυχασμού,
λιγοστά χάδια παρηγοριάς και αποφάσεις·
– ίσως το τίμημα της ωριμότητας.

Πάντως όσο κι αν λές πως ο χρόνος γιατρεύει,
πάντα μένουν ουλές·
ίσως και μια κάποια δυσκολία στην ανάσα.

Ας ήταν μόνο οι ουλές να πονάνε,
μα είναι το κενό.

Πως το γιατρεύεις το κενό;

Μικρή, αφόρητη Αθήνα.

Μικρή, αφόρητη Αθήνα
Με τη μιζέρια σου και τη ρουτίνα·
τα πεζοδρόμια ποτίζονται με αίμα
και αν ακόμα δε το είδες,
μη θαρρεις πως δε θα σε λερώσει.

Μικρή, αφόρητη Αθήνα,
με τις πορείες και τα χημικά σου,
πότε θα μάθεις άραγε
τα παιδιά σου να φροντίζεις;

Έλλειψαν οι άνθρωποι
πληθύναν οι σιωπές·
μόνο στα δακρυσμένα μάτια
βλέπεις πια την ελπίδα.

Στο δρόμο λοιπόν, στο δρόμο.
Ίσως δακρύσουμε. Ίσως ελπίσουμε.

Τα τυπικά χαρακτηριστικά του πρωτο-φασισμού

απο το μπλογκ Stavrovelonia

του ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ
Παρά την ασάφεια αυτή, νομίζω πως μπορούμε να σκιαγραφήσουμε έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά αυτού που ονομάζω «πρωτοφασισμό», ή «αρχέγονο φασισμό». Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα ενιαίο σύστημα· πολλά απ’ αυτά αλληλοαναιρούνται, και είναι επίσης αντιπροσωπευτικά και άλλων μορφών δεσποτισμού ή φανατισμού. Η παρουσία ενός και μόνο απ’ αυτά, όμως, αρκεί για να επιτρέψει στο φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του.

1. Το πρώτο χαρακτηριστικό του πρωτοφασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιαρχία, βέβαια, είναι πολύ παλαιότερη από τον φασισμό. Δεν χαρακτήριζε μόνο την αντιεπαναστατική σκέψη των Καθολικών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισμό. Στη λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων θρησκειών (που οι περισσότερες απ’ αυτές είχαν γίνει δεκτές στο ρωμαϊκό πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται κάποια αποκάλυψη που είχε συμβεί στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύμφωνα με τη μυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραμείνει για πολύ καιρό κρυμμένη κάτω από το πέπλο γλωσσών που ήταν πια ξεχασμένες — στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν άγνωστων θρησκειών της Ασίας.
Αυτή η νέα κουλτούρα έπρεπε να είναι συγκρητιστική. Ο συγκρητισμός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασμός διαφόρων μορφών πίστης και λατρευτικής πρακτικής»· ένας τέτοιος συνδυασμός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά μηνύματα περιέχει ψήγματα σοφίας, και όποτε έμοιαζαν να λένε διαφορετικά ή ασύμβατα πράγματα αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο γιατί όλα παραπέμπουν, με αλληγορικό τρόπο, στην ίδια αρχέγονη αλήθεια.
Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στη γνώση. Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί μια για πάντα, κι εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να ερμηνεύουμε το δυσνόητο μήνυμά της.
Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους μείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν με παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και μυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή και Γερμανική Αυτοκρατορία. Και μόνο το γεγονός ότι η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτό μυαλό διαθέτει, διεύρυνε αυτό τον κατάλογο ώστε να συμπεριλάβει και έργα του Ντε Μαιτρ, του Γκενόν και του Γκράμσι, αποτελεί ολοφάνερη απόδειξη συγκρητισμού.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αγάπα τον εχθρό σου. *

Αγάπα τον εχθρό σου, γιατί αυτός σου δίνει λόγο να μισήσεις, τι άλλο άραγε να είσαι πέρα από μίσος προς την όποια κατεύθυνση;
Όταν αντί να μιλάς για Αγάπη, ή έστω για ελπίδα, το στόμα σου και η γραφή σου
έχει γίνει ένας οχετός παραγωγής μίσους.
Αυτοπροσδιορίσου μέσω αυτών που είσαι ενάντιος, είναι οι μετανάστες ή μήπως οι δημόσιοι. Και εσύ που γελάς και συμφωνείς και η πρώτη σου κουβέντα είναι Μελιγαλάς, καλύτερος δεν είσαι.
Αγάπα λοιπόν τον εχθρό σου, νιώσε ανώτερος, και αν δεν είσαι τίποτα, μη σκας,
υπάρχουν πάντα οι άλλοι να μισήσεις.
Γιατί εκεί έφτασες, να μην είσαι τίποτα άλλο παρά μίσος, αντί να ονειρεύεσαι τη δημιουργία, να ποθείς της καταστροφή.
Αυτό σε έκαναν, έτσι σε μάθανε τόσα χρόνια.
Και αν κάποτε βγεί αυτή η χώρα από την Κρίση, αν υπάρχει ακόμα τότε κάποιος να κρίνει, ένα πράγμα μόνο θα διαπιστώσει: ότι όλοι μας γίναμε μίσος, γι’ αυτό και δεν τα καταφέραμε.
Αγάπα λοιπόν τον εχθρό σου, με αυτό το μυαλό μεγάλωσες, μέτρα τους ανθρώπους, τον χρόνο, τα πάντα σαν χρήμα. Μέτρα κέρδη,ζημιές, μη σε νοιάζει τίποτα άλλο, μόνο κοίτα να μισήσεις αρκετά, μόνο έτσι θα επιβληθείς στην “ελεύθερη αγορά” που έχεις μετατρέψει τη ζωή. Εξαφάνισε τον ανταγωνισμό, πότισε και τα παιδιά σου με μίσος, αλλά πρόσεξε: πρέπει να είναι αρκετά βαθύ, όταν σηκώσει ο γιος σου το όπλο στον αδελφό, να μη νιώσει τίποτε άλλο, μη τυχόν και θυμηθεί, έστω και ξώφαλτσα, πως είναι άνθρωπος, σε παρακαλώ, πρέπει να είναι καθαρό Ατόφιο Ελληνικό Μίσος.
Από αυτό που κάθε πενήντα πάνω-κάτω χρόνια καταστρέφει αυτό τον τόπο.

*Γύρισα από διακοπές, με το μυαλό καθαρό, μακρυά από τηλεόραση, κρίση κλπ. και έριξα μια ματιά στο τι λέγεται online.  Με μια μικρή αποστασιοποίηση από τα πράγματα βλέπεις ξεκάθαρα πως στον κόσμο πλέον κυριαρχεί το Μίσος. Μεθοδικά ο θυμός για τη ζωή που μας κλεβουν, μετατρέπεται σε Μίσος απέναντι στο (βάλε οτιδήποτε μισείς εδώ).  Και τελικά μένουμε μόνοι και αδύναμοι.

Από αέρα αδέσποτο.

Ο ήλιος βγήκε και σήμερα καυτός
όμως η ζέστη του αυτή γλυκιά δεν είναι.
Πότε ήταν, θυμάσαι;
Το δέρμα θα πυρώσει και
σταδιακά θα πέσει πάλι
– από τη μέσα τη φλόγα του.
Ανάθεμα κι αν έκαψε ποτέ ο ήλιος τη σάρκα αυτή.
Μόνο η μέσα του φλόγα να καίει.
Και αν τέλειωσαν τα αισθήματα
κι ύστερα η καρδία.
για αρκετό καιρό είχε απόθεμα
και έκαιγε ψυχή.
Μα σαν τελειώσει και αυτή
σαν άστρο θα καταρρεύσει
και θα αυτοκαταναλωθεί
ώσπου μια μαύρη τρύπα να μείνει,
ίσως– στων φίλων τις καρδιές.
Μα κι έτσι ακόμα, κάποιος  αέρας θα φυσήξει,
να παρασύρει ακόμα και αυτό.
Έτσι από αέρα αδέσποτο να χαθεί κι αυτός,
όπως τόσοι και τόσοι άλλοι.

Στο περίμενε.

Σε αυτή την άδεια πόλη
η δημιουργία πεθαίνει και
τα όνειρα μπαίνουν στην αναμονή.
Μια σαχλή μουσική,
σου κρατάει παρέα όσο περιμένεις τη ζωή,
κι έτσι σαχλά περνάει ο καιρός.
Ετσι αναίτια σβήνουν τα όνειρα,
μέχρι να θυμηθείς
ότι τίποτα δε χρειάζεται να περιμένεις
τίποτα παρά μόνο να πιστέψεις στον αγώνα.
Μόνο τότε θα ανοίξει η γραμμή
και θα μπορέσεις πάλι
σαν άνθρωπος να ζήσεις.

Σήμερα ήταν η Ελένη.

Σήμερα την έλεγαν Ελένη. Δεν είχαμε πολλά πολλά, δεν ήταν καν φίλη μου. Δουλεύαμε μαζί, κάθε μέρα τις έλεγα μια καλημέρα. Αυτό.
Σκατά στη λογική μας, σκατά στον πολιτισμό μας, σκατά στην ανθρωπιά μας.
Θα μας πνίξει το αίμα, σε αυτή την άθλια πόλη.

Θα μας πνίξει το αίμα όσων αυτοκτονούν.

Όσο αναλύετε την κρίση, και μετράτε τους ανθρώπους σε νούμερα κ ποσοστά,
ακόμα και στο θάνατο, τόσο χειρότεροι άνθρωποι γινόμαστε.
Υπήρχε κάποτε η Ύβρις, η ασέβεια στους νεκρούς. Τώρα;
Τώρα γάμα τα. Ποιος ασχολείται;

Κανείς δεν ήξερε, κανείς δεν το περίμενε. Μήπως ρώτησε και ποτέ κανείς;
Ούτε καν εγώ.

Γι’ αυτό σας λέω: θα μας πνίξει το αίμα. Και μας αξίζει.

Πρωινό

Χαμογέλασε,
ή ίσως απλώς τα δόντια να έδειξε.
Ούτως ή άλλως κανείς δεν τον πρόσεχε.

Ξύπνησε το πρωί, κουρασμένος,
απ’ τη ζωή που ούτε χθες έζησε.

Πλύθηκε, χτενίστηκε,
Έπλυνε τα δόντια και τα έλεγξε.
Κατάλευκα σαν από διαφήμιση.
(και ας βρόμαγε το χνότο του).

Ήπιε καφέ, έκανε τσιγάρο.
Μικρές αμαρτίες,
– χαρά το πρωί, βάρος το βράδυ.

Κλείδωσε και έφυγε για το γραφείο.

Και χαμογέλασε.
Ή ίσως απλώς τα δόντια να έδειξε.

Ούτως ή άλλως κανείς δεν τον πρόσεχε.