Anew.

You seem to forget,
you seem to regret;
an everlasting void.
I guess we’ll find out
when things do come to an end;
what was meant to be,
what will it be.

This rain will wash away everything
and anew we’ll face tomorrow
with scars on our faces
and guilt for our sins.
What should I’ve said?
What could you’ve done?
I seem to forget.

Advertisements

Χάρτινες μέρες.

Χάρτινες μέρες, τσαλακωμένες
τις άφησα κενές για να τις γεμίσω
μα έμειναν έτσι ανούσιες
κι εσύ ακόμα να φανείς.

Στο καλάθι δίπλα στο γραφείο
στοιβαγμένες, ξεχειλίζουν έρημες
και η πένα μου στεγνή.

Είχα υποσχεθεί πως θα γράψω κάτι
μα στέρεψαν τα λόγια,

και τελειώνουν οι μέρες μου έτσι
δίχως ένα στίχο,
μια αγάπη ή μια ιστορία
κάτι να έχω να θυμάμαι·
και φοβάμαι πως άσκοπα καμώνομαι τον γραφιά,
πως τάχα κάτι έχω να πω
ή κάτι να ζήσω για να γράψω.

Κόλλες χαρτιού δίπλα μου άγραφες,
και εγώ ούτε μια λέξη και σήμερα.

Σάββατο βράδυ.

Ζητάς να ξεχάσεις και καμιά φορά
καταφέρνεις να το πετύχεις
και αφήνεις για λίγο την πόρτα ανοιχτή.
Κάποιες φορές θα μπει κάποιο γλυκό κουτάβι
που το μόνο που ζητά είναι ένα χάδι
αλλά τις περισσότερες θα είναι μια άγρια σκύλα
που θα σου ξεσκίσει τα σωθικά·
και αφού σου μαγαρίσει και το τελευταίο
κομμάτι ψυχής θα σε αφήσει να αιμορραγείς
αναρωτώμενος αν άξιζε.

Διάολε ναι. Άξιζε·
και ύστερα πεθαίνεις λίγο παραπάνω.
Τσιγάρο και ποτό.
-Καλησπέρα
-Γειά σου.
-Έρχεσαι συχνά;

Σάββατο βράδυ μόνο.

Today she wore black.

Today she wore black
and her eyes shined like a lightning
in the dark.
Her faded smile and her pale skin
a moon in the winter sky;
No stars, no wind
-no breath.

I wandered and got lost;
a nighttime despair.
If only she knew.

I saw a girl today.

I saw a girl today
she was crying;
Slowly and steady
she became numb,
deeper and deeper
-alone and bitter.
And the years passed
right in front of my eyes
her lipstick gone,
her youth fleeing.
She looked at me disappointed
I should have been there, she said;
but I lost my moment.

I saw a girl today, it could have been you.
But you never saw me looking.

The way you despise me.

I love the way you despise me;
How uncomfortable you sound
when I laugh about us,
even as I utter the word «us».
The way you speak,
fast and unsure,
tells me that you still don’t know,
yet I know you’ll stick to your decision.
Oh, yes you will.

You hear me cool, smooth voiced
and arrogant,
but don’t you dare think I’m not in pain.

And then the night comes
And the lust and the thirst;
another drink or two,
what does it matter, anyway?
Something to ease the pain.
Something to make the night fade.
I regret nothing,
but the way you seem to despise me nowdays
looks all too wrong.
Yet I’m still here, always waiting in vain.

Sometimes I laugh at myself,
«You fool, don’t waste your time!»
but time spend not loving
-even the wrong woman-
is wasted time.
So I waste my time loving you.
And you waste your time despising me.

This joke is on both of us.

Με τα φώτα σβηστά.

Όπως και πρώτα να κλείσω την πόρτα.
Να χαθώ ένα βράδυ
μες της πόλης τα φώτα·
να γίνω ένα με αυτά, και το πρωί ας σβήσω.
Να μη μιλήσω άλλο, κουράστηκα-
θέλω να πράξω, θέλω υπάρξω αληθινά
και ας είναι για ένα βράδυ μόνο.

Ύστερα θα σβήσω
και με το φως της ημέρας
θα είμαι περιττός·
όμως δε θα με νοιάζει πια,
θα ξέρω πως για λίγο φώτισα
τις πιο σκοτεινές στιγμές,
το πιο βαθύ σου σκοτάδι.

Και θα περάσει ο καιρός
και εγώ θα περιμένω,
εκεί που με άφησες·
σβηστός και πολυκαιρισμένος,
μια στιγμή φωτός από παλιά
που πια δεν έχει τι να δώσει.
Παραδομένος στη φθορά
για πάντα -με τα φώτα σβηστά.

Ρίζες.

Καινούριες θλιμμένες ερωμένες θα βρεθούν στο διάβα σου να ικετέψουν:
Λίγο καρδιά, λίγο φως, μα όπως πάντα
θα κλέψουν και λίγη ζωή.
Έτσι θα φεύγουν τα χρόνια αναίτια,
και μάλλον και λίγο ανέραστα,
καθώς αποζητάς να βρεις Εκείνη
που θα σου δώσει πίσω τη ζωή.
Η ίσως λίγο ψυχή.

Κουράστηκες να σέρνεις το κουφάρι που αποκαλείς εαυτό
από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα
αλλά σε φοβίζουν οι ρίζες·
γιατί ξέρεις πως θα σε δέσουν στη γη
και αργότερα θα σε ρημάξουν.

Μέχρι το χώμα να καλύψει κ εσένα θα φοβάσαι πάντα τις ρίζες.

Τις Γρίλιες.

Μια ηλιαχτίδα πρόβαλε
δειλά μέσα από τα σύννεφα
και μπήκε στο δωμάτιο,
όμως εσύ Άνθρωπε
έτρεξες να κλείσεις τις γρίλιες
(δεν ξέρω το κεφαλαίο Α πια αν σου πρέπει).

«Δεν είναι σωστό στην εποχή μας το φως να αντικρύζουμε!» είπες.

Ανόητε.

Νερό αλλιώτικο.

Δεν είναι που ποτέ δεν έφυγα, όχι·
είναι που όταν μου δοθηκε η ευκαιρία,
δείλιασα.
Είναι που όταν μπορούσα
πίστεψα πως είχα χρόνο.
Όμως ο χρόνος μου τελείωσε
κι ακόμα δεν ταξίδεψα.

Δεν ένιωσα ποτέ τον άγνωστο αερά
να μου χαιδεύει τα μαλλιά.
Δεν μύρισα ποτέ λουλούδια άγνωστα,
δεν γεύτηκα ποτέ μου 
νερό αλλιώτικο.

Ριζωμένος βαθιά στη γη, με τον φόβο να μου ποτίζει τις ρίζες,
σπατάλησα κάθε μου ευκαιρία να φύγω.
Γι’ αυτό κι έμεινα εδώ.
Όμως μη πιστέψεις στιγμή πως ήταν αυτό που ήθελα·

Μόνο αυτό που άντεξα.

Contrabbando

Με λύσσα σε πολέμησε η ζωή,
στο δρόμο σου έριξε θανατικό·
μα εσύ τόσο την αγάπησες
που για καιρό την είχες ερωμένη
και ας μη σε ήθελε.
Είναι άδικοι οι έρωτες αυτοί,
επίπονοι·
μα τόσο αναγκαίοι για τους πολλούς,
τους ανέραστους, που ποτέ δε θα μάθουν
τον αγώνα και τη ζωή.

Σε ευχαριστούμε.

 

Έμαθα πως έφυγε από την ζωή χθές ο @Contrabbando.
Δεν τον γνώρισα προσωπικά, όμως μέσα από τον λόγο του,
γραπτό ή ραδιοφωνικό τον είχα νιώσει φίλο. 

Μια μέρα.

Μια μέρα δε θα ξυπνήσω σε αυτό τον κόσμο.
Μια μέρα θα σηκωθώ από το κρεββάτι,
και έξω θα παίζουνε παιδιά.

Μια μέρα η μάνα δε θα φοβάται,
αλλά θα χαμογελάει, ακούγοντας απλώς
τα πιτσιρίκια έξω.

Μια μέρα, θα πάει ο πατέρας για δουλειά
και θα χαμογελάει, ακόμα και το απόγευμα
που θα’ ρθει κουρασμένος.

Μια μέρα θα ξυπνήσω και δε θα ακούω παντού σειρήνες,
φωνές και ασχήμια.

Μια μέρα θα ανοίξω τα μάτια και ο ήλιος
θα με χτυπάει στο πρόσωπο
και όχι πίσω από φιμέ τζάμια.

Μια μέρα ο αέρας που θα με φυσάει θα είναι φυσικός
και όχι φιλτραρισμένος μέσα από ώρες γραφείου
και υπερωρίες.

Μια μέρα θα πω καλημέρα
και θα είναι απλώς μια διαπίστωση
και όχι ευχή.

Αυτή τη μέρα θα ξυπνήσω αληθινά.

Όταν ο Ήλιος λάμπει.

Μυριάδες άστρα και μείς μονάχοι,
να βλέπουμε σιωπηλοί τους ουρανούς να φεύγουν.
Ο ήλιος θα χαθεί, τα σύννεφα θα περάσουν,
όμως τα αστέρια θα είναι πάντα εκεί.

Ίσως κρυφά να ζήλεψα λίγη από την αθανασία τους,
μα δεν αντέχω τη σιωπηλή τους φύση
και την ανυπαρξία τους
όταν ο Ήλιος λάμπει.

Τίποτα.

Δεν είναι τίποτα, μια ιδεά μόνο:
ένας φόβος απροσδιόριστος.
Επιπτώσεις, υποχρεώσεις,
τα πρέπει και τα θέλω σε πόλεμο.
Δρόμος μοναχικός και δύσβατος,
κάθε μέρα και λίγο περισσότερο,
κάθε μέρα και πιο δύσκολος.
Αντί να μαθαίνεις να περπατάς
φορτώνεσαι με βάρη.
Τα γόνατα λυγίζουν,
οι κουβέντες λιγοστεύουν,
όλα γίνονται αγώνας.

Και να φανταστείς πως ούτε καν τον διάλεξες αυτό το δρόμο.
Σε βάλαν σε μια ρότα και σου είπαν προχώρα:
Ένας από εμάς, ένας απο τους πολλούς.
Ένας κόκκος άμμου σε μια παραλία βρώμικη.
Πριν κάνεις το επόμενο βήμα,
θα έχει σβήσει το προηγούμενο ο αέρας.
Και αν καμιά φορά σηκώσεις το κεφάλι
θα στο πάρει ο άνεμος σαν θεριστής.
Τίποτα δε μένει έτσι και αλλιώς.

Η σαγήνη του τίποτα.

Λίγοι· ανεπαρκείς.
Κρυμμένοι πίσω από ελπίδες και ψεύτικες χαρές,
με παρηγοριά μόνη το αλκοόλ -ίσως και κανένα φίλο.
Σιωπηλοί, να περιμένουμε.

Τι όμως; Κανείς δεν ξέρει.
Ίσως απλώς το χρόνο να περάσει· ίσως να νιώσουμε έτοιμοι·
Ίσως το τέλος, το καλοκαίρι, τη ζωή;
Δε μας νοιάζει.

Ξοδεύουμε το χρόνο λες και μας ανήκει.

Αφήνουμε το τίποτα να τρώει τις ημέρες μας. Απαθείς, μόνοι.
Έτσι κι αλλιώς θα ξεγελάσουμε το μυαλό με φτηνά υποκατάστατα ζωής:
Τσιγάρα που καίγονται πρώτου να τα χαρείς·
Στιγμές που χάνονται πρώτου να τις γευτείς.
Και όταν νιώσεις έτοιμος, να μη σε περιμένει τίποτα. Ή κανένας.

Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο.

Φύλακες.

Θαρρείς και τέλειωσαν οι άνθρωποι κι έμειναν μόνο κτήνη,
χωρίς συναίσθηση -χωρίς καν αίσθηση-
έμειναν να φυλάν ο ένας τον άλλο.

Χωρίς λόγο, χωρίς λογική, «αυτό είναι το πρέπον»
τους είπαν και αυτοί στάθηκαν φύλακες·
και σήκωσαν κάγκελα και ύστερα τείχη,
[είναι βλέπεις σπουδαίο πράγμα η «ασφάλεια»]
και αργότερα, όταν κλειδώσανε τις πόρτες,
ένιωσαν πράγματι ασφαλείς.

Μα κανείς τους στιγμή δε σκέφτηκε
πως θέλαν τον κόσμο να φυλάξουν από αυτούς.

Κάπως έτσι.

Και κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια
και έγινε η αγάπη μια ανάμνηση.
Ανάμεσα σε λόγια περιττά,
και ανάγκες που παλιά δεν είχα
ξέχασα πως είναι να είσαι άνθρωπος.

Τα βάζω κάτω και τα μετράω
μα το πότε ξέχασα, δε βρίσκω.
Ίσως θα ήταν μια από κείνες τις Κυριακές
που ένιωθα μόνος αλλά μ’ άρεσε.

Μπορεί πάλι να εγκατέλειψα την ιδέα
μετά από κάποια προδοσία.
Δε μπορεί, κάποιο καλό λόγο θα είχα,
γιατί θυμάμαι σίγουρα:
τότε ένιωθα άνθρωπος.

Απομεσήμερο στη γειτονιά.

Κλαίγανε οι κυράδες στα μπαλκόνια
και το κακό ξορκίζαν που τους βρήκε,
ποτίζοντας γλάστρες με ημιθανείς βασιλικούς
και τρώγωντας γλυκό του κουταλιού.

Σπάραζε η καρδιά του νοικοκύρη
αλλά που ζωή και χρόνος;
Όλη τη μέρα στο σιδεράδικο κλεισμένος,
να φτιάχνει αλυσίδες νέες, πιο γερές.

Και τα παιδιά; Τι κάναν τα παιδιά;
Γελούσαν τα παιδιά, σαν τρελά από χαρά
για τη ζωή που τα περίμενε, και τους αγώνες
που ‘χανε μπροστά τους.

Φώναζε η κυρά τον κανακάρη
«Μαζέψου εσύ, και μη γελάς,
αυτά δεν είναι πράγματα σωστά»
και από νωρίς τον μάντρωνε στο σπίτι.

Αλλά πως να μαντρώσεις το παιδί;
Το γέλιο πως να φυλακίσεις;
Κάθε που νύχτωνε, το ‘σκαγε κρυφά,
πήγαινε και έβρισκε τα άλλα παιδιά
και κάπως έτσι, λίγο, ζούσε  κι αυτός.

Χαμένη Γενιά.

Χαμένη Γενιά. Αυτή είναι η έκφραση που ακούω για τη γενιά μου. «Χαμένη». Και απλώς το αποδεχόμαστε. Λόγω μιας κρίσης που δεν δημιουργήσαμε εμείς, το καλύτερο και πιο μορφωμένο δυναμικό της χώρας, το αποτέλεσμα 30 χρόνων ανάπτυξης και  πανεπιστημιακών σπουδών απλώς λογίζεται για «χαμένο».
Είτε φύγουμε για έξω, είτε μείνουμε στην Ελλάδα, δε θα μπορέσουμε ποτέ να προσφέρουμε, δε μας επιτρέπεται να δημιουργήσουμε, και σχεδόν τιμωρούμαστε.

Όμως κατά τη γνώμη δεν είναι αυτό το σημαντικότερο πρόβλημα. Δεν είναι τα οικονομικά μεγέθη, δεν είναι οι ευκαιρίες, δεν είναι η «ανάπτυξη».

Είμαστε μια γενιά που μεγάλωσε με στόχους και μεγάλες ιδέες. Μια γενιά που μεγάλωσε πιστεύοντας ότι ο κόσμος μας ανήκει. Που πιστεύαμε ότι το μέλλον είναι δικό μας, να το διαμορφώσουμε όπως εμείς θεωρούμε σωστό.
Σε ένα μεγάλο μέρος, μια γενιά που ονειρευόταν να έρθει η σειρά της ώστε να αλλάξει ακόμα και αυτά τα κακώς κείμενα τα οποία έφεραν τη χώρα σε αυτό το σημείο.

Και ακριβώς τη στιγμή που αυτή η γενιά ωρίμασε και ήταν έτοιμη να πάρει τα ηνία και να διαμορφώσει το μέλλον, εκμεταλευόμενοι τα προσόντα και τις σπουδές της, έσκασε η «κρίση». Μια κρίση οικονομική, αλλά κυρίως μια κρίση αυτοπροσδιορισμού.
Μέσα σε μια σαρωτική 3ετία αντί να ξεκινήσουμε να αλλάζουμε την Ελλάδα βρεθήκαμε άνεργοι ή εγκλωβισμένοι σε κακοπληρωμένες δουλειές και με τη μόνιμη και παραλυτική απειλή των χειρότερων ημερών που «πάντα» έρχονται.

Η κοσμοθεωρία και τα όνειρα (τουλάχιστον) μιας γενιάς σαρώθηκαν. Η πλήρης ακύρωση όλων όσων ξέραμε. Ο πλήρης αποπροσανατολισμός. Μέχρι αυτή η γενιά να βρει το βηματισμό της και να επαναχαράξει πορεία, θεωρώ ότι η χώρα θα βρίσκεται παραδομένη στα χέρια των παλιών και βρώμικων ιδεών και τρόπων. Των ίδιων που μας έφεραν εδώ.

Είμαστε η χαμένη γενιά, όχι επειδή  γίναμε θυσία για τα  λάθη των προηγούμενων, αλλά κυρίως επειδή δεν ξέρουμε που να πάμε από εδώ και πέρα.

Το μόνο παρήγορο είναι ότι μετά το πρώτο σοκ, πλέον κάτι κινείται. Όποιος έχει τα μάτια του ανοιχτά στην νεανική επιχειρηματικότητα, βλέπει ότι πλέον αρχίζουμε να βρίσκουμε το δρόμο μας. Αργά, εν μέσω εμποδίων, αλλά έχει ξεκινήσει.

Αρκεί να μας αφήσουν. Και θα το αλλάξουμε το παιχνίδι.
Όποιος το καταλάβει έγκαιρα, θα σώσει και τη χώρα.