Τις Γρίλιες.

Μια ηλιαχτίδα πρόβαλε
δειλά μέσα από τα σύννεφα
και μπήκε στο δωμάτιο,
όμως εσύ Άνθρωπε
έτρεξες να κλείσεις τις γρίλιες
(δεν ξέρω το κεφαλαίο Α πια αν σου πρέπει).

«Δεν είναι σωστό στην εποχή μας το φως να αντικρύζουμε!» είπες.

Ανόητε.

Νερό αλλιώτικο.

Δεν είναι που ποτέ δεν έφυγα, όχι·
είναι που όταν μου δοθηκε η ευκαιρία,
δείλιασα.
Είναι που όταν μπορούσα
πίστεψα πως είχα χρόνο.
Όμως ο χρόνος μου τελείωσε
κι ακόμα δεν ταξίδεψα.

Δεν ένιωσα ποτέ τον άγνωστο αερά
να μου χαιδεύει τα μαλλιά.
Δεν μύρισα ποτέ λουλούδια άγνωστα,
δεν γεύτηκα ποτέ μου 
νερό αλλιώτικο.

Ριζωμένος βαθιά στη γη, με τον φόβο να μου ποτίζει τις ρίζες,
σπατάλησα κάθε μου ευκαιρία να φύγω.
Γι’ αυτό κι έμεινα εδώ.
Όμως μη πιστέψεις στιγμή πως ήταν αυτό που ήθελα·

Μόνο αυτό που άντεξα.

Contrabbando

Με λύσσα σε πολέμησε η ζωή,
στο δρόμο σου έριξε θανατικό·
μα εσύ τόσο την αγάπησες
που για καιρό την είχες ερωμένη
και ας μη σε ήθελε.
Είναι άδικοι οι έρωτες αυτοί,
επίπονοι·
μα τόσο αναγκαίοι για τους πολλούς,
τους ανέραστους, που ποτέ δε θα μάθουν
τον αγώνα και τη ζωή.

Σε ευχαριστούμε.

 

Έμαθα πως έφυγε από την ζωή χθές ο @Contrabbando.
Δεν τον γνώρισα προσωπικά, όμως μέσα από τον λόγο του,
γραπτό ή ραδιοφωνικό τον είχα νιώσει φίλο. 

Μια μέρα.

Μια μέρα δε θα ξυπνήσω σε αυτό τον κόσμο.
Μια μέρα θα σηκωθώ από το κρεββάτι,
και έξω θα παίζουνε παιδιά.

Μια μέρα η μάνα δε θα φοβάται,
αλλά θα χαμογελάει, ακούγοντας απλώς
τα πιτσιρίκια έξω.

Μια μέρα, θα πάει ο πατέρας για δουλειά
και θα χαμογελάει, ακόμα και το απόγευμα
που θα’ ρθει κουρασμένος.

Μια μέρα θα ξυπνήσω και δε θα ακούω παντού σειρήνες,
φωνές και ασχήμια.

Μια μέρα θα ανοίξω τα μάτια και ο ήλιος
θα με χτυπάει στο πρόσωπο
και όχι πίσω από φιμέ τζάμια.

Μια μέρα ο αέρας που θα με φυσάει θα είναι φυσικός
και όχι φιλτραρισμένος μέσα από ώρες γραφείου
και υπερωρίες.

Μια μέρα θα πω καλημέρα
και θα είναι απλώς μια διαπίστωση
και όχι ευχή.

Αυτή τη μέρα θα ξυπνήσω αληθινά.

Όταν ο Ήλιος λάμπει.

Μυριάδες άστρα και μείς μονάχοι,
να βλέπουμε σιωπηλοί τους ουρανούς να φεύγουν.
Ο ήλιος θα χαθεί, τα σύννεφα θα περάσουν,
όμως τα αστέρια θα είναι πάντα εκεί.

Ίσως κρυφά να ζήλεψα λίγη από την αθανασία τους,
μα δεν αντέχω τη σιωπηλή τους φύση
και την ανυπαρξία τους
όταν ο Ήλιος λάμπει.

Τίποτα.

Δεν είναι τίποτα, μια ιδεά μόνο:
ένας φόβος απροσδιόριστος.
Επιπτώσεις, υποχρεώσεις,
τα πρέπει και τα θέλω σε πόλεμο.
Δρόμος μοναχικός και δύσβατος,
κάθε μέρα και λίγο περισσότερο,
κάθε μέρα και πιο δύσκολος.
Αντί να μαθαίνεις να περπατάς
φορτώνεσαι με βάρη.
Τα γόνατα λυγίζουν,
οι κουβέντες λιγοστεύουν,
όλα γίνονται αγώνας.

Και να φανταστείς πως ούτε καν τον διάλεξες αυτό το δρόμο.
Σε βάλαν σε μια ρότα και σου είπαν προχώρα:
Ένας από εμάς, ένας απο τους πολλούς.
Ένας κόκκος άμμου σε μια παραλία βρώμικη.
Πριν κάνεις το επόμενο βήμα,
θα έχει σβήσει το προηγούμενο ο αέρας.
Και αν καμιά φορά σηκώσεις το κεφάλι
θα στο πάρει ο άνεμος σαν θεριστής.
Τίποτα δε μένει έτσι και  αλλιώς.

Η σαγήνη του τίποτα.

Λίγοι· ανεπαρκείς.
Κρυμμένοι πίσω από ελπίδες και ψεύτικες χαρές,
με παρηγοριά μόνη το αλκοόλ -ίσως και κανένα φίλο.
Σιωπηλοί, να περιμένουμε.

Τι όμως; Κανείς δεν ξέρει.
Ίσως απλώς το χρόνο να περάσει· ίσως να νιώσουμε έτοιμοι·
Ίσως το τέλος, το καλοκαίρι, τη ζωή;
Δε μας νοιάζει.

Ξοδεύουμε το χρόνο λες και μας ανήκει.

Αφήνουμε το τίποτα να τρώει τις ημέρες μας. Απαθείς, μόνοι.
Έτσι κι αλλιώς θα ξεγελάσουμε το μυαλό με φτηνά υποκατάστατα ζωής:
Τσιγάρα που καίγονται πρώτου να τα χαρείς·
Στιγμές που χάνονται πρώτου να τις γευτείς.
Και όταν νιώσεις έτοιμος, να μη σε περιμένει τίποτα. Ή κανένας.

Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο.

Φύλακες.

Θαρρείς και τέλειωσαν οι άνθρωποι κι έμειναν μόνο κτήνη,
χωρίς συναίσθηση -χωρίς καν αίσθηση-
έμειναν να φυλάν ο ένας τον άλλο.

Χωρίς λόγο, χωρίς λογική, «αυτό είναι το πρέπον»
τους είπαν και αυτοί στάθηκαν φύλακες·
και σήκωσαν κάγκελα και ύστερα τείχη,
[είναι βλέπεις σπουδαίο πράγμα η «ασφάλεια»]
και αργότερα, όταν κλειδώσανε τις πόρτες,
ένιωσαν πράγματι ασφαλείς.

Μα κανείς τους στιγμή δε σκέφτηκε
πως θέλαν τον κόσμο να φυλάξουν από αυτούς.

Κάπως έτσι.

Και κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια
και έγινε η αγάπη μια ανάμνηση.
Ανάμεσα σε λόγια περιττά,
και ανάγκες που παλιά δεν είχα
ξέχασα πως είναι να είσαι άνθρωπος.

Τα βάζω κάτω και τα μετράω
μα το πότε ξέχασα, δε βρίσκω.
Ίσως θα ήταν μια από κείνες τις Κυριακές
που ένιωθα μόνος αλλά μ’ άρεσε.

Μπορεί πάλι να εγκατέλειψα την ιδέα
μετά από κάποια προδοσία.
Δε μπορεί, κάποιο καλό λόγο θα είχα,
γιατί θυμάμαι σίγουρα:
τότε ένιωθα άνθρωπος.

Απομεσήμερο στη γειτονιά.

Κλαίγανε οι κυράδες στα μπαλκόνια
και το κακό ξορκίζαν που τους βρήκε,
ποτίζοντας γλάστρες με ημιθανείς βασιλικούς
και τρώγωντας γλυκό του κουταλιού.

Σπάραζε η καρδιά του νοικοκύρη
αλλά που ζωή και χρόνος;
Όλη τη μέρα στο σιδεράδικο κλεισμένος,
να φτιάχνει αλυσίδες νέες, πιο γερές.

Και τα παιδιά; Τι κάναν τα παιδιά;
Γελούσαν τα παιδιά, σαν τρελά από χαρά
για τη ζωή που τα περίμενε, και τους αγώνες
που ‘χανε μπροστά τους.

Φώναζε η κυρά τον κανακάρη
«Μαζέψου εσύ, και μη γελάς,
αυτά δεν είναι πράγματα σωστά»
και από νωρίς τον μάντρωνε στο σπίτι.

Αλλά πως να μαντρώσεις το παιδί;
Το γέλιο πως να φυλακίσεις;
Κάθε που νύχτωνε, το ‘σκαγε κρυφά,
πήγαινε και έβρισκε τα άλλα παιδιά
και κάπως έτσι, λίγο, ζούσε  κι αυτός.

Χαμένη Γενιά.

Χαμένη Γενιά. Αυτή είναι η έκφραση που ακούω για τη γενιά μου. «Χαμένη». Και απλώς το αποδεχόμαστε. Λόγω μιας κρίσης που δεν δημιουργήσαμε εμείς, το καλύτερο και πιο μορφωμένο δυναμικό της χώρας, το αποτέλεσμα 30 χρόνων ανάπτυξης και  πανεπιστημιακών σπουδών απλώς λογίζεται για «χαμένο».
Είτε φύγουμε για έξω, είτε μείνουμε στην Ελλάδα, δε θα μπορέσουμε ποτέ να προσφέρουμε, δε μας επιτρέπεται να δημιουργήσουμε, και σχεδόν τιμωρούμαστε.

Όμως κατά τη γνώμη δεν είναι αυτό το σημαντικότερο πρόβλημα. Δεν είναι τα οικονομικά μεγέθη, δεν είναι οι ευκαιρίες, δεν είναι η «ανάπτυξη».

Είμαστε μια γενιά που μεγάλωσε με στόχους και μεγάλες ιδέες. Μια γενιά που μεγάλωσε πιστεύοντας ότι ο κόσμος μας ανήκει. Που πιστεύαμε ότι το μέλλον είναι δικό μας, να το διαμορφώσουμε όπως εμείς θεωρούμε σωστό.
Σε ένα μεγάλο μέρος, μια γενιά που ονειρευόταν να έρθει η σειρά της ώστε να αλλάξει ακόμα και αυτά τα κακώς κείμενα τα οποία έφεραν τη χώρα σε αυτό το σημείο.

Και ακριβώς τη στιγμή που αυτή η γενιά ωρίμασε και ήταν έτοιμη να πάρει τα ηνία και να διαμορφώσει το μέλλον, εκμεταλευόμενοι τα προσόντα και τις σπουδές της, έσκασε η «κρίση». Μια κρίση οικονομική, αλλά κυρίως μια κρίση αυτοπροσδιορισμού.
Μέσα σε μια σαρωτική 3ετία αντί να ξεκινήσουμε να αλλάζουμε την Ελλάδα βρεθήκαμε άνεργοι ή εγκλωβισμένοι σε κακοπληρωμένες δουλειές και με τη μόνιμη και παραλυτική απειλή των χειρότερων ημερών που «πάντα» έρχονται.

Η κοσμοθεωρία και τα όνειρα (τουλάχιστον) μιας γενιάς σαρώθηκαν. Η πλήρης ακύρωση όλων όσων ξέραμε. Ο πλήρης αποπροσανατολισμός. Μέχρι αυτή η γενιά να βρει το βηματισμό της και να επαναχαράξει πορεία, θεωρώ ότι η χώρα θα βρίσκεται παραδομένη στα χέρια των παλιών και βρώμικων ιδεών και τρόπων. Των ίδιων που μας έφεραν εδώ.

Είμαστε η χαμένη γενιά, όχι επειδή  γίναμε θυσία για τα  λάθη των προηγούμενων, αλλά κυρίως επειδή δεν ξέρουμε που να πάμε από εδώ και πέρα.

Το μόνο παρήγορο είναι ότι μετά το πρώτο σοκ, πλέον κάτι κινείται. Όποιος έχει τα μάτια του ανοιχτά στην νεανική επιχειρηματικότητα, βλέπει ότι πλέον αρχίζουμε να βρίσκουμε το δρόμο μας. Αργά, εν μέσω εμποδίων, αλλά έχει ξεκινήσει.

Αρκεί να μας αφήσουν. Και θα το αλλάξουμε το παιχνίδι.
Όποιος το καταλάβει έγκαιρα, θα σώσει και τη χώρα.

Ηλίθιοι.

«Κοίτα εσύ να είσαι καλά και μη σκας μωρέ» σου λέει ο νοικοκύρης, και ρουφάει τζούρα τζούρα το δελτίο των 8. Σκατά.
Στο στόμα σου έρχεται η λέξη, αλλά δεν την ξεστομίζεις. Σφίγγεις τα δόντια και χαμογελάς. Άλλωσε εσύ είσαι ο λόξος, ο κόσμος μια χαρά τα πάει.

Κάτι βράδια σκέφτεσαι –σάμπως κάνεις και τίποτε άλλο;– πως κάτι πρέπει να γίνει. Μα μετά έρχεται η πραγματικότητα και σου ρίχνει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι, και σου λέει: «-Πάψε! Μην ονειρεύεσαι. Αυτά είναι για ανόητους, κοίτα τι κάνουν όλοι.»
Λουφάζεις για λίγο, αλλά σε πνίγει η σκόνη. Και πως να μη σε πνίγει όταν σε ρίχνουν στα υπόγεια, όταν σε βάζουν να δαγκώνεις το τσιμεντένιο πάτωμα. Μπουκώνει η μύτη, δακρύζουν τα μάτια, αλλά εσύ εκεί. Σκυφτός. Ένα με το πάτωμα.
Διάολε, έπρεπε να φορέσεις τη γκρί σου φόρμα, να μη ξεχωρίζεις καθόλου από το μπέτο. Όμως μη σκάς. Έτσι κι αλλιώς εκεί θα σε θάψουν, θα πέσει από πάνω σου νέο μπετό και θα σε κρύψει. Και τότε δε θα φοβάσαι πια, θα είσαι ασφαλής.
Ίσως και νεκρός, αλλά ας μη κολλάμε σε λεπτομέρειες. 

Μπορεί τελικά να είμαστε εμείς το πρόβλημα.
Γιατί τι είναι η λογική, αν όχι η τρέλα των πολλών;
Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι η τρέλα μας είναι διαφορετική.
Δεν ταιριάζει με τους πολλούς. 

Ίσως απλά να είμαστε ηλίθιοι που πονάμε τον κόσμο.

Ever.

Last night I almost lost my mind.
I almost lost myself, I’m telling you.
But tonight? Tonight I’m still here. Still me.
Who knows? Maybe it’s better to be yourself.
Maybe it’s better to just take it all in.
After all, who we are, if not our yesterday?
Who we are, if not the dreamers of our tomorrow?
And what difference would it make if I wasn’t here with you?
Would it? I’m not sure.
But here I am, asking questions,
and never getting any answers.
Ever.

Ύβρις.

Ξεφτισμένοι, απογυμνωμένοι από αλήθειες,
παραμείναμε στο τίποτα και στην αναμονή·
και όταν ήρθε η ώρα να σηκωθούμε,
τα πόδια έτρεμαν απέναντι στο βάρος του χτες.
Μείναμε άφωνοι στη λαίλαπα του τώρα,
χαμένοι, μόνοι εντός μας.
Και αν δεν κατέληξε όλο αυτό κάτι να σημαίνει,
μόνο τη σιωπή μας να κατηγορείς· και τη δειλία.
Ως πότε θα εθελοτυφλούμε,
πότε θα δούμε πως πια για άνθρωποι δε λογιζόμαστε;
Ως πότε σαν σφαχτάρια θα μένουμε, βορά στα νύχια των ποιμένων;
Ως πότε θα σιωπούμε στην ύβρι της ύπαρξης  μας;

Στο χαρτί.

Κάτσαμε και γράψαμε λέξεις πολλές,
εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις, σε σελίδες χαρτί,
σε χαρτοπετσέτες ακόμα και σε εισιτήρια λεωφορείων.
Γράφαμε και γράφαμε ασταμάτητα, κάθε μέρα, κάθε νύχτα
μιλούσαμε για ζωή και διαφωνούσαμε για το πως θα έπρεπε να είναι αυτή,
διψούσαμε για δικαιοσύνη και για ελπίδα, έτσι λέγαμε·
ίσως έτσι και να νομίζαμε.
Μα η ζωή όπως πάντα συνέχιζε την πορεία της,
μακρυά από τις ιδέες και ακόμα μακρύτερα από τις κόλλες χαρτί.
Και φτάσαμε θαρρείς να ξεχάσουμε πως φεύγει ο χρόνος,
βυθισμένοι στις ιδέες και στις λέξεις μας.
Αφήσαμε τη ζωή να χαθεί μέσα από τα χέρια μας,
και ένα λουλούδι ακόμα δε μυρίσαμε,
και ας μπήκε η άνοιξη τόσες φορές.
Χαμένοι στο χαρτί για πάντα,
γίναμε και μεις λέξεις ανυπόφορες.

Και καταλήγεις πάλι στη σιωπή.

Σαν γελοίοι παλιάτσοι περιμένουμε το θαύμα που θα μας μετατρέψει και πάλι σε καλοαναθρεμμένους αριστοκράτες με κόμπλεξ ανωτερότητας.
Και αν μάθαμε κάτι από αυτή την κρίση, είναι πως να γκρινιάζουμε με επιχειρήματα.  Μπορεί να είμαστε τρομοκρατημένοι, μπορεί να νιώθουμε μόνοι, αβοήθητοι, μπορεί να βιώνουμε την αδικία, αλλά τουλάχιστον μάθαμε να το τεκμηριώνουμε.
Μη μας πουν και «αχάριστους», γιατί ξέρεις: «Υπάρχουν και χειρότερα» & «μη μιλάς, δε βλέπεις; Άλλος κόσμος δεν έχει δουλειά/χρήματα […]«
Και αντί να διεκδικούμε τη ζωή που μας κλέβουν, αρκούμαστε στα λίγα που μας επιτρέπουν να έχουμε.
Και αντί να δημιουργήσουμε, το συζητάμε στις παρέες και στα social media.

Και έτσι η οργή ξεθυμαίνει και γίνεται παράπονο.

Και σου λένε μη γκρινιάζεις ρε, δε βλέπεις τι γίνεται;
Και καταλήγεις πάλι στη σιωπή.

Απόγευμα.

Έσυρε τα πόδια μέσα στις ξεφτισμένες του παντόφλες, και πήγε από το κρεββάτι στο σαλόνι. Άναψε ένα τσιγάρο και έβαλε να ψήσει καφέ.
Έβλεπε το νερό να κοχλάζει, και ούτε κατάλαβε πόση ώρα πέρασε. Έριξε αφηρημένα τον καφέ και τη ζάχαρη, και περίμενε να φουσκώσει.
Έριξε τον καφέ στην αγαπημένη του κούπα και είπε να ανοίξει το παντζούρι, να δει τι γίνεται έξω.

Το αχνό φως του δειλινού φώτισε για λίγα λεπτά το δωμάτιο και μετά ο ήλιος χάθηκε πίσω από το βουνό.
«– Άλλη μια νύχτα έρχεται» σκέφτηκε και χαμογέλασε πικρά στη φευγαλέα σκέψη πως ίσως απόψε να ήταν διαφορετικά.
Ήπιε μια τζούρα από τον καφέ, βλαστήμισε που κάηκε πάλι, και άναψε ένα τσιγάρο. Έκατσε στην καρέκλα και σκέφτηκε να σηκώσει το τηλέφωνο, να δει τι κάνουν τα παιδιά.
Τα «παιδιά» ήταν κάποιοι γνωστοί, στην πραγματικότητα δε τους θεωρούσε φίλους, αλλά με αυτούς είχε ξεμείνει.
Έκλεισε το ακουστικό, βαριόταν να ακούει πάλι τα ίδια, για την ανεργία τους, για την αφραγκία τους, για τις γκόμενες που δεν τους κάθονται και για τις άλλες που τις βαρέθηκαν.
Έφτυσε στον κουβά με τα σκουπίδια «-πρέπει να τα βγάλω σκέφτηκε» και πήγε στον καναπέ.

Το ταβάνι. Πόσες ώρες, πόσες σκέψεις, πόσες κουβέντες. Πάντα σε αυτό, πάντα δειλός. Να μη μίλησει, να μη διεκδικήσει, να μην ονειρευτεί. Μόνο να περιμένει να «φτιαξουν τα  πράγματα».
Κάπως έτσι πάτησε τα τριάντα, στο περίμενε, και τι κατάλαβε; Τα πάντα καταρρεύσανε.
Αντί να τα κάψει με τη φωτιά του, με την ορμή της νιότης του, τα άφησε να σαπίσουν και να πεθάνουν από μόνα τους.
Αυτό που δεν υπολόγισε ήταν πως η σήψη αυτή θα τον κατέτρωγε και αυτόν.
Αλλά τι μπορούσε να κάνει έτσι όπως του ήρθαν τα πράγματα;
Μόνο να περιμένει· μέχρι να περάσει και αυτό το απόγευμα.

Χαμόγελο ρεφενέ.

Μας έφεραν προχθές στο σπίτι ένα δώρο. Είχαν έρθει κάτι φίλοι, έτσι για να πιούμε λίγο κρασί και να μοιράστούμε λίγο ζωή. Ήρθαν με τις μηχανές τους, και γέμισε το σαλόνι με χιλιόμετρα, με κάπνα και λάδια. Βρόντηξε ο τόπος από τα γέλια, σχεδόν έκοβες την επαφή με το μαχαίρι. Μάλλον νιώσαμε για λίγο άνθρωποι, αυτό θα φταίει.

Καθώς ερχόντουσαν, φέρναν κομμάτι κομμάτι ένα χαμόγελο. Αλλός λίγο χείλια, άλλος τα δόντια, μια κοπελιά δυο ρυτίδες, που τις είχε και την άγχωναν κι όλας.
Όλοι έφεραν και από λίγο, χαμόγελο ρεφενέ γιατί αλλιώς δε βγαίνει. Είναι και οι εποχές δύσκολες, καταλαβαίνεις πως πάει, μη τα ξαναλέω.

Το έφεραν λοιπόν και όσο είμασταν εκεί, μαζί, αυτό  σα να μεγάλωνε. Αντί να ελαττώνεται όσο το χρησιμοποιούσαμε, αυτό μεγάλωνε, ώσπου στο τέλος έγινε τεράστιο και κάλυψε το σαλόνι και τα πάντα μέχρι που δεν έμεινε χώρος για τίποτα άλλο, και όλα έγιναν χαμόγελο.

Ύστερα ήρθε το βράδυ, οι φίλοι καβάλησαν τις μηχανές και έφυγαν, τα πιάτα πλύθηκαν και όλα επέστρεψαν στη θέση τους.
Μόνο όταν τελείωσαν πια αυτές οι δουλειές και γυρίσαμε το κεφάλι προς τα εκεί, είδαμε πως και το χαμόγελο είχε πεθάνει πια και στη θέση του φύτρωνε μια τηλεόραση.

Περίεργες μέρες, περίεργες νύχτες.

Περίεργες μέρες, περίεργες νύχτες·
η ψυχή στο μαξιλάρι να αγκομαχά,
και μια κραυγή να πνίγεις, καθημερινή·

να σου φταίνε τα λεφτά, η γκόμενα, οι φίλοι,
μα πιο πολύ να φταις εσύ κι ας μη το λες.

Να τρώγεται η ψυχή σου, να λυθεί,
να φύγει μακρυά να ταξιδέψει,
και εσύ εκεί, να την κρατάς
από φόβο μη τη χάσεις,
μην αγριέψει.

Μα δε το μάθες ποτέ σου;
Την ψυχή δεν την κρατάς,
κι αν λεύτερη θέλει να ζήσει,
τρόπο θα βρει
στο δρόμο το δικό της να σε βγάλει.

Πολέμα το όσο οι φόβοι σου αντέχουν,
το ξέρεις όμως μέσα σου,
πως ψάχνεις μόνο άλλοθι.

Τι το ρωτάς λοιπόν
γιατί, γιατί, γιατί;
λύσε του κάβους και αμόλα τους
κι όπου σε πάει η ψυχή.